10383

Κατηγορία: θα μάθεις πολλά δίπλα μου Γράφτηκε από τον/την Αντωνία Κατηφελή Δευτέρα, 24 Αύγουστος 2015 15:14

«It is only when you meet someone of a different culture from yourself that you begin to realize what your own beliefs are»

George Orwell, The road to Wigan Pier

 

Δέκα χιλιάδες τριακόσια ογδόντα τρία χιλιόμετρα χωρίζουν την Ελλάδα από την Κολομβία. Ή διαφορετικά δεκαπέντε ώρες πτήσης.

english version 

 

Η οθόνη μπροστά μου έδειχνε ένα τεράστιο πορτοκαλί νήμα να ενώνει τα δύο σημεία του χάρτη. Πριν από 184 χρόνια ο Δαρβίνος χρειάστηκε πέντε χρόνια για να γυρίσει με το θρυλικό Beagle όλο τον κόσμο. Σήμερα μέσα σε μερικές ώρες μπορείς να βρίσκεσαι απ’ την μια ήπειρο στην άλλη. Η εμπειρία της πτήσης έχει σίγουρα μία μαγεία. Φρανκφούρτη, Λουξεμβούργο, μια σύντομη βόλτα πάνω απ’ το Παρίσι, Μπιλμπάο, Πόρτο, Ατλαντικός, αριστερό φλας κάτω απ’ τις Αζόρες κι ο χάρτης γίνεται ένα απέραντο γαλάζιο. Μετά από 3 ταινίες, σχεδόν ένα ολόκληρο βιβλίο και κάμποσες playlist, ξεπροβάλλει ένα κομμάτι στεριάς στην οθόνη. Τρινιδάδ & Τομπάγκο, Βενεζουέλα και επιτέλους προσγείωση. Απ’ το παράθυρο βλέπω μέσα στο σκοτάδι να ξεπροβάλλουν μερικά αχνά πορτοκαλί φώτα πόλης. Φτάσαμε!

Περπατώ ανάμεσα στους διαδρόμους του El Dorado, μ’ ένα χαμόγελο που δεν λέει να φύγει. «Πόσα χρήματα έχετε φέρει, πού θα μείνετε και για πόσες μέρες» ρωτά ο υπάλληλος στον τελωνειακό έλεγχο, πριν σφραγίσει το διαβατήριο. Προχωράμε προς την παραλαβή αποσκευών και μέχρι να φτάσουν οι βαλίτσες τρέχω για συνάλλαγμα. Colombian pesos ή αλλιώς COP δεν είναι διαθέσιμα στην Ευρώπη. Ο ταξιδιώτης υποχρεώνεται να τα προμηθευτεί αφού φτάσει στον προορισμό του. Επιστρέφοντας λοιπόν μ’ ένα εκατομμύριο στην τσέπη (€1=3123COP), παρατηρώ δύο αστυνομικούς να περιφέρονται με δύο λυκόσκυλα ανάμεσα στον κόσμο που περίμενε τις βαλίτσες του. Οι έλεγχοι ασφάλειας εδώ είναι λίγο διαφορετικοί απ’ ότι έχεις συνηθίσει. Περνούν κι από μπροστά μου και το λυκόσκυλο που μέχρι εκείνη τη στιγμή πλανιόταν σχεδόν αδιάφορα ανάμεσα στους ανθρώπους, κοντοστέκεται στην αποσκευή που είχα μέσα στο αεροπλάνο και μυρίζει. Ξαναμυρίζει και δε λέει να φύγει. Με κοιτά ο αστυνομικός και με ρωτά αν γίνεται να την ανοίξω. Αφού δεν βρίσκει κάτι ύποπτο, μου λέει: «Μήπως είχατε σ’ αυτό το σημείο κάποιο φρούτο ή κάποιο μήλο ίσως;», σκέφτομαι και μετά θυμάμαι ότι ναι είχα πάρει κάνα δυο φρούτα και ω ναι ένα μήλο. Μου απαντά: «Ε γι αυτό σταμάτησε. Του αρέσουν».

Η Μπογκοτά είναι μια πόλη χτισμένη σε υψόμετρο σχεδόν 2500 μέτρων και με πληθυσμό περίπου 8 εκατομμυρίων κατοίκων. Χωρίς ν’ αναφερθώ σε λοιπά στοιχεία καταλαβαίνεις πόσο μικρή φαντάζει η Ελλάδα μπροστά στην Κολομβία όταν το ψηλότερο σημείο στην πρωτεύουσα της ξεπερνά σε υψόμετρο το ψηλότερο βουνό μας (στα 2900 μέτρα βρίσκεται ο Όλυμπος) και ο πληθυσμός της (παρά 3 εκατομμύρια) σχεδόν καλύπτει τον αντίστοιχο ολόκληρης της χώρας. Συνειδητοποιώ ότι βρίσκομαι σε μία πρωτεύουσα τεράστια. Όταν παρατήρησα πως κουράζομαι εύκολα και αναπνέω πιο βαριά αντιλήφθηκα και το υψόμετρο (κατά 20% μειώνεται η ποσότητα του οξυγόνου σε ύψος άνω των 2000 μέτρων).

Monserrate είναι το βουνό της οποίας η κορυφή είναι ορατή από οποιοδήποτε σημείο της Μπογκοτά κι αν βρίσκεσαι. Εκεί, στα 3152 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας, βρίσκεται και μία καθολική εκκλησία. Ανεβαίνοντας μέσω τελεφερίκ είχα την ευκαιρία να δω καθαρά την πόλη από ψηλά. Βλέπω λοιπόν μια αχανή έκταση γεμάτη κτίσματα μπροστά μου. Κοιτάζοντας απ’ τα δεξιά βλέπω ένα μικρό κομμάτι από πολυκατοικίες στο χρώμα της τερακότας, μερικούς ουρανοξύστες, διάσπαρτα πράσινα κομμάτια (πιθανότατα πάρκα) και λίγο προς τα πάνω διαφαίνεται και το αεροδρόμιο. Όσο όμως το βλέμμα μου κατευθύνεται προς τ’ αριστερά η πόλη γκριζάρει αποκτώντας μια «φλατ» ομοιογένεια. Μεταλλικές οροφές και λαμαρίνες που θυμίζουν βραζιλιάνικες φαβέλες συνθέτουν το μεγαλύτερο κομμάτι της. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα τη συμβουλή της φίλης μου – και μέλλουσας νύφης: «Μην πας κάτω απ’ τον #70. Δεν κυκλοφορώ ούτε εγώ εκεί». (Ξέχασα ν’ αναφέρω πως εκτός από ανταποκρίτρια των Κουκίδων για τα τεκταινόμενα της Λατινικής Αμερικής, οι λόγοι που με έφεραν στην Κολομβία ήταν και προσωπικοί καθώς ήμουν καλεσμένη σ’ έναν γάμο). Οι δρόμοι εδώ δεν έχουν ονόματα αλλά αριθμούς. Χωρίζονται σε Calle # (δρόμους) και Carrera # (λεωφόρους). Οι άνθρωποι που θα συναντήσεις ανήκουν σε δύο κατηγορίες, είτε είναι ανοιχτόχρωμοι (απόγονοι Ισπανών) είτε σκουρόχρωμοι (απόγονοι ιθαγενών). Συνήθως η πρώτη κατηγορία περπατά από τον #70 και πάνω.

Στρέφω το βλέμμα μου πίσω απ’ την μεταλλική πόλη και το τοπίο αλλάζει παντελώς. Αντικρίζω ένα μέρος μιας απ’ τις μεγαλύτερες οροσειρές της Γης. Ξεκινώντας απ’ την δυτική Βενεζουέλα και καταλήγοντας στην Χιλή, οι Άνδεις στέκουν αγέρωχες και καταπράσινες μέχρι εκεί που τελειώνει ο ορίζοντας. Λίγο πριν το τελεφερίκ του γυρισμού, κοντοστέκομαι σ’ ένα μπαλκόνι λίγο έξω απ’ την καθολική εκκλησία του Monserrate. Δεν μπορώ να μπω μέσα καθώς έχει κάγκελα, μπορώ όμως να δω τί βρίσκεται εντός. Στους τρεις τοίχους που διαθέτει κρέμονται χιλιάδες μικρές επιγραφές από μάρμαρο, ασήμι και χρυσό. Σκέφτηκα πως ίσως να είναι τάματα για προβλήματα υγείας όπως συνηθίζεται στην Ελλάδα. Ρωτώντας όμως έμαθα πως οι περισσότερες εξ’ αυτών – αν όχι όλες – προέρχονται από πολύ φτωχούς ανθρώπους που προσεύχονται να φύγουν μακριά απ’ αυτή τη χώρα για ένα καλύτερο αύριο. Στην Κολομβία είναι πολύ δύσκολο να καταφέρεις να πάρεις άδεια για να φύγεις στο εξωτερικό. Είτε πρόκειται για δουλειά είτε για αναψυχή, τα ταξίδια εξωτερικού είναι συνήθως προνόμιο των εύπορων. Μία απ’ τις επιγραφές ευχόταν να μπορέσει να μετακομίσει μια οικογένεια στην Ισπανία προκειμένου τα μέλη της να βρουν δουλειά. Ένας πατέρας παρακαλούσε να γίνει δεκτή η visa της κόρης του για το Εκουαδόρ έτσι ώστε να μπορέσει να ζήσει καλύτερα εκείνη απ’ ότι έζησε αυτός. Σε αυτό το μπαλκόνι τα όνειρα βγαίνουν πραγματικότητα μόνο αν ανήκεις σ’ εκείνο το τυχερό 20% που αποτελεί την μεσαία και ανώτερη κοινωνική τάξη. Για το υπόλοιπο 80%, οι ευχές πλανώνται σαν φαντάσματα πάνω απ’ τον συννεφιασμένο ουρανό της Μπογκοτά.

Ένα άρθρο στην Κολομβία δεν θα μπορούσε να υπάρξει δίχως μία αναφορά στο ζήτημα των ναρκωτικών. Το θέμα αυτό φαίνεται να είναι ταμπού τουλάχιστον στους ελίτ κύκλους. Όσες φορές ρώτησα η απάντηση ήταν πάνω κάτω η ίδια: ‘έχει ξεπεραστεί πλέον αυτό το πρόβλημα’, ‘τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα από παλιά’, ‘δεν υπάρχουν πια ναρκωτικά’. Μόνο ένας νεαρός (ξάδερφος του γαμπρού) μου είπε ότι ναρκωτικά παράγονται πλέον μόνο μέσα στη ζούγκλα, σ’ εγκαταστάσεις υπόγειες κάτω απ’ τα τροπικά δάση ώστε να μην φαίνονται. Συνέχισε λέγοντας ότι αυτό συμβαίνει γιατί στην Κολομβία μόνο οι μεγαλύτερες πόλεις συνδέονται με οδικό δίκτυο. Οι υπόλοιπες έχουν χωματόδρομο ή καθόλου δρόμο, πράγμα που καθιστά επικίνδυνο το ταξίδι λόγω εγκληματικότητας αλλά και απρόσιτο λόγω τοποθεσίας. Οι περισσότεροι (αναφερόμενος μάλλον στην τάξη του) μετακινούνται αεροπορικώς. Παρά τις προσπάθειες όμως εξάλειψης του, το παρελθόν εξακολουθεί να στοιχειώνει το παρόν. Στην Plaza de Bolívar, την κεντρικότερη πλατεία τους (στο αντίστοιχο δικό μας Σύνταγμα) βρίσκεται το Ανώτατο Δικαστήριο. Πρόκειται για ένα επιβλητικό κτίριο που χτίστηκε το 1921, καταστράφηκε από το κίνημα των Bogotazo, ξανα-αναστηλώθηκε για να λεηλατηθεί και πάλι το 1985 από βομβιστική επίθεση της αντάρτικης ομάδας Μ-19. Φήμες λένε ότι πίσω απ’ αυτήν τη δεύτερη επίθεση βρισκόταν ο βαρόνος των ναρκωτικών Pablo Escobar, που θέλησε να καταστρέψει μια και καλή ενοχοποιητικά έγγραφα που είχε το κράτος εναντίον του.

Bandeja paisa λέγεται το εθνικό γεύμα που καλείσαι να δοκιμάσεις στην Κολομβία. Περιλαμβάνει arepas (στρογγυλό πιτάκι από καλαμπόκι), chorizo (χοιρινό λουκάνικο), chicharrón (τηγανητό χοιρινό φιλετάκι), morcilla (λουκάνικο αίματος – κάτι σαν το black pudding των εγγλέζων), plátano (είδος ψητής μπανάνας που κατά περίπτωση περιλαμβάνει και λιωμένο τυρί), αβοκάντο, ρύζι και ένα τηγανητό αυγό. Ξεχώρισα το plátano & το chicharrón. Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει στα φρούτα. Ανανάδες, καρπούζια, πεπόνια, όλα τα εξωτικά – καλοκαιρινά φρούτα δεν είναι απλά νόστιμα, δεν είναι απλά υπέροχα, είναι θεσπέσια. Υπάρχουν και άλλα όμως λιγότερο γνωστά τα οποία ευδοκιμούν μόνο σε λατινοαμερικάνικο έδαφος όπως π.χ. το lulo (κάτι ανάμεσα σε σύκο και ντομάτα), το maracuya, το guanabana που έχει μέγεθος μάνγκο, μοιάζει με αβοκάντο που έβγαλε αγκάθια και έχει γεύση κοντινή στο μήλο. Κάτι που μου έκανε εντύπωση ήταν οι χυμοί. Την πρώτη φορά σκέφτηκα πως έπεσα σε περίπτωση, την δεύτερη πως κάποιος κάνει πλάκα, την τρίτη όμως ήμουν σίγουρη. Εδώ είτε πάρεις πορτοκαλάδα, είτε χυμό guanabana η γεύση που θα έχεις θα είναι το 1/3 της πραγματικής καθώς ο χυμός πάντα αραιώνεται με νερό. Το ίδιο δεν φαίνεται να ισχύει για το εθνικό τους ποτό, το aguardiente που μεταφράζεται ως “νερό-φωτιά” στα ισπανικά και είναι κάτι μεταξύ βότκας και ούζου. Υγρό πυρ θα τ’ ονομάσω.

Andrés Carne de Res (D.C.)
Πρόκειται για το δημοφιλέστερο μπαρ που υπάρχει όχι μόνο στην πρωτεύουσα αλλά σ’ ολόκληρη τη χώρα σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρείται αξιοθέατο από μόνο του. Είχα την τύχη να βρεθώ εκεί στα προεόρτια του γάμου. Ο χώρος έχει τρία επίπεδα που επικοινωνούν μεταξύ τους με εσωτερική σκάλα. Εμπνευσμένο απ’ την Κόλαση του Δάντη, το πρώτο επίπεδο καλείται Paraíso, το δεύτερο Purgatorio και το τρίτο Infierno. Μία καρναβαλική εκδοχή που μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από κόμικς της Marvel και με πορτοκαλοκόκκινο φωτισμό που πολύ θυμίζει έργα του George Grosz καθιστούν τη διακόσμηση. Εδώ μπορούν να συμβούν τα πάντα. Απ’ το να σου σερβίρουν aguardiente με κόκκους καφέ αφού έχεις δοκιμάσει τα πιο απίθανα εξωτικά BBQ πιάτα, να πεταχτείς μέχρι τον Παράδεισο για ένα live στην σκηνή που πάντα προσφέρει κάποιου είδους θέαμα, μέχρι το να σου κάνουν προσωπική καντάδα με ζωντανή μουσική τύπου Mariachi και να σου μάθουν πως να χορεύεις salsa. Είναι δυνατόν να φύγεις απο εδώ δίχως να ερωτευτείς;

El Fabuloso είναι ένα μαγαζί που βρίσκεται στην Zona Rosa στην κατ’ εξοχήν περιοχή διασκέδασης της Μπογκοτά. Στην είσοδο περνάς πρώτα από ένα μανάβικο (φρούτα παντού), στην συνέχεια ανεβαίνεις μερικούς ορόφους και αφού περάσεις από τρεις (!) ελέγχους & αφήσεις τα προσωπικά σου αντικείμενα σε ειδικό χώρο, είσαι έτοιμος να συναντήσεις μία απ’ τις πιο μαγευτικές εικόνες. Βρίσκεσαι σ’ ένα ρετιρέ με ξύλινη διακόσμηση, δύο μεγάλα επίπεδα και ελάχιστο φωτισμό. Πριν περάσεις το κατώφλι σε υποδέχεται η αύρα του πλήθους που χορεύει σαν μία παρέα. Δεξιά μία τεράστια ξύλινη μπάρα δίνει ρυθμό προσφέροντας υγρό πυρ όχι με το ποτήρι αλλά με τη φιάλη. Αριστερά, η αποκάλυψη της πόλης. Πολύχρωμα φωτάκια από άλλα νυχτερινά μαγαζιά αναβοσβήνουν όπου κοιτάξεις, λεωφόροι ντυμένοι στα χρώματα της νύχτας απλώνονται μέχρι εκεί που μπορεί να δει το μάτι σου. Όλη η πόλη ένα πάρτυ.

Είτε μιλάμε για γυναίκες είτε για άντρες, είτε για νέους, είτε για γέρους, ο χορός είναι στο αίμα κάθε Κολομβιανού. Salsa, rumba, merengue, reggaeton και vallenato είναι μερικά απ’ τα είδη που λατρεύουν να χορεύουν. Μ’ έναν αέρα ξέγνοιαστο, δροσερό κι ανεπιτήδευτο ο χορός μοιάζει να είναι ο μηχανισμός που ξορκίζει τις λύπες, τα βάσανα και τα όνειρα που έμειναν ευχές.

Το μπλε χρώμα της σημαίας τους συμβολίζει την θάλασσα, το κίτρινο το χρυσό και το κόκκινο, το αίμα των Κολομβιανών που θυσιάστηκαν για την ελευθερία. Η Κολομβία είναι μία χώρα με πλούσιο πολιτισμικό και κοινωνικό υπόβαθρο που πέρασε τις δικές τις δυσκολίες μέχρι να καταφέρει να ορθοποδήσει. Ένας λαός λάτρης του ήλιου, με κοινές ανησυχίες και ελπίδες, που χαίρεται τη ζωή μέσα απ’ τον χορό, τον καφέ και την αγάπη του για το ποδόσφαιρο βρίσκεται τόσα μίλια μακριά κι όμως είναι τόσο κοντά. Δεν είναι τυχαίο ότι εμάς τους Έλληνες μας αποκαλούν Λατίνους της Ευρώπης.


Ένας καθεδρικός ναός φτιαγμένος από αλάτι 180 μέτρα κάτω απ’ τη γη (Cathedral del Sal), ένα μουσείο γεμάτο από χρυσό (Museo del Oro), μία πινακοθήκη-παλιό αρχοντικό αφιερωμένο σ’ έναν απ’ τους δημοφιλέστερους Κολομβιανούς ζωγράφους (Museo Botero), ένας εκ των ιστορικότερων δρόμων της χώρας (La Candelaria), μία βόλτα στην κατοικία που έζησε για ένα διάστημα ο επαναστάτης και απελευθερωτής της Λατινικής Αμερικής, Σιμόν Μπολίβαρ (Quinta de Bolivar), δέκα χιλιάδες τριακόσιες ογδόντα τρεις λέξεις δε φτάνουν να περιγράψουν όσα είδα κι όσα ένιωσα σ’ ένα ταξίδι σαν αυτό που έμελλε να με στιγματίσει.

Παρ’ όλα αυτά είναι δύσκολο να πω όμως ότι χόρτασα την χώρα αυτή. Cartagena, San Andrés, Cali, Medellin, Santa Marta, η περιοχή του Αμαζόνιου, αποτελούν το υπόλοιπο και μεγαλύτερο μέρος της Κολομβίας, μία υπόσχεση θησαυρών που – όπως θα δεις στο παρακάτω βίντεο – σε καλούν να τους ανακαλύψεις.
Πότε φεύγουμε;

Thank for sharing!

About The Author


Αντωνία Κατηφελή

Κυνηγός μεδουσών. Μέσα απ’τα κείμενα θα μάθεις για μένα.